Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2007

Ταξείδι είναι ο χρόνος ανάμεσα...

η ζωή σε τέσσερα επεισόδια


Δεν είναι προορισμός το ταξείδι. Για τους προορισμούς έχουμε προσδοκίες, φόβους, και σχέδια. Ταξείδι είναι ο χρόνος ανάμεσα.

***
Μεγάλα ταξείδια. Συνταξιδεύεις για λίγο, για έναν, για δυο, για τρεις σταθμούς. Μετά ο άλλος κατεβαίνει. Εσύ συνεχίζεις μόνος σου.


πρώτη συνάντηση στο τρένο
Ταξείδι με τρένο, δεκαοχτώ ώρες. Σ’ ένα σταθμό μπήκαν μια γυναίκα και ένας άνδρας. Η γυναίκα άρχισε να μιλά. Μιλούσε ακατάσχετα: η ζωή με τη μάνα της, πώς έφυγε από το σπίτι, παρέες και μπλεξίματα, ένας προβληματικός γκόμενος που αγάπησε πολύ. Όλα αυτά ειπωμένα κουβεντιαστά, χωρίς πάθος, με πολλές λεπτομέρειες, επεισόδια, διαλόγους «μου είπε, του είπα», πράγματα πολύ προσωπικά. Ο άνδρας την κοίταγε στα μάτια, έτεινε ολόκληρος προς το μέρος της σαν υγρή θαλπωρή. Μιλούσε ελάχιστα, γεμίζοντας τις παύσεις της, εγκάρδια και ενθαρρυντικά, χωρίς συγκατάβαση.
Είχαν περάσει πάνω από δυό ώρες έτσι, όταν το τρένο μπήκε σε σταθμό και σταμάτησε. Εκείνη σηκώθηκε, είπε πρόσχαρα, «Λοιπόν χάρηκα για τη γνωριμία», και κατέβηκε. Εκείνος άνοιξε ένα βιβλίο κι΄άρχισε να διαβάζει.

***
Σύντομες διαδρομές. Δεν τις παίρνεις στα σοβαρά για ταξείδια. Δεν έχουν συνέπειες. Μπορείς να είσαι εσύ ή κάποιος άλλος. Κι έτσι χωρίς να το προσέξεις σε φέρνουν έξω από την επικράτεια της πραγματικότητας.


δεύτερη συνάντηση στο τρένο
Ταξείδι με τρένο. Μιάμιση ώρα, Westport- Νέα Υόρκη. Σα να λέμε: Χαλκίδα-Αθήνα. Επιστροφή από δουλειά. Απόγευμα. Στην αποβάθρα με πλησιάζει ένας κύριος και ρωτά τι ώρα φτάνει το τρένο. Λέω «έρχεται τώρα» και δείχνω στο βάθος της γραμμής. Απαντά: «Αυτό σημαίνει πως δεν προλαβαίνω να επισκεφθώ το βιβλιοπωλείο». Παύση. Συνεχίζει: «Επιτρέπεται να σας ρωτήσω; δεν μπορώ ακριβώς να προσδιορίσω την προφορά σας» «Είμαι Ελληνίδα». «Ελληνίδα! Α! μα μαθαίνω τη γλώσσα σας. Έχω το ιατρείο μου στην Αστόρια και κάποιοι από τους πιο ηλικιωμένους ασθενείς μου δεν μιλούν ούτε αγγλικά, ούτε γαλλικά, ούτε γερμανικά, ούτε ιταλικά, ούτε καμία από τις γλώσσες που μιλώ. Ξέρω βέβαια αρχαία ελληνικά, ήταν υποχρεωτικά στο Lyceum στην Ιταλία. Αλλά δεν είναι το ίδιο».

Συνεχίζουμε τη συζήτηση στη διαδρομή. Μιλά για λέξεις που περνούν από τη μια γλώσσα την άλλη. Λέει πως είναι σημαντικό να γνωρίζει κανείς πολλές γλώσσες γιατί τότε μπορεί να ξεχωρίσει τη σύμβαση από την ουσία. «Ρωτώ εδώ τους φοιτητές μου για την προέλευση των λέξεων. Δεν αναρωτηθήκατε ποτέ; ‘Όχι’ απαντούν. Τους βρίσκω πολύ πιο απαίδευτους από του πανεπιστημίου της Μπολόνια, όπου περνώ το μισό μου χρόνο, αλλά όχι λιγότερο ικανούς.»

Ο λόγος του έχει εξαιρετική λεπτότητα και ροή που με κάνει να νιώθω την ανεπάρκεια του δικού μου, με όλα τα «I mean» και τα «like» και την ασάφεια της φράσης. Η ταλαιπωρημένη εμφάνισή του δεν ταιριάζει με την εκλεπτυσμένη ομιλία του. Κοντοστρογγυλός με φαλάκρα. Κίτρινο πουκάμισο, και ασορτί μαντίλι στην τσέπη του σακακιού. Καλοκαιρινό κουστούμι στις αποχρώσεις του καφέ, και γραβάτα σα φουλάρι. Ρούχα κραυγαλέα και φθαρμένα. Την εμφάνιση χαλάει και η εξαρθρωμένη κάτω οδοντοστοιχία που της λείπουν μερικά δόντια.

Συζητάμε για πολιτική, την αριστερά σε Ιταλία και Ελλάδα. Λέει: «Οι ιδεολογικές συμπάθειες δεν συνέπιπταν αναγκαστικά με την ταξική θέση. Στην Ιταλία αυτό είναι ακόμα πιο παράδοξο γιατί υπάρχουν παλιές οικογένειες και τίτλοι ευγενείας. Το δικό μου όνομα παραδείγματος χάρη, ίσως το ξέρετε, είναι Sforza. Sforza; Τέλος πάντων είναι πολύ γνωστό υπάρχει και Βίλα στη Ρώμη κλπ., είμαι στην πραγματικότητα μαρκήσιος. Έτσι βρέθηκα στη νεαρή μου ηλικία ανάμεσα στις αριστερές μου ευαισθησίες και σε καθήκοντα που ήταν κατ’ ουσία φεουδαλικά, τη διαχείριση μιας περιουσίας γης.»

Το τρένο μπαίνει στο σταθμό του Harlem στους 125 δρόμους. Σηκώνεται. Επαναλαμβάνει το όνομά του. «Sforza. Είναι η δυναστική οικογένεια του Μιλάνου. Marco Sforza. Ελπίζω ποτέ να μη χρειαστείτε νευροχειρουργό μα είμαι στο Presbyterian και έχω ιατρείο στην Αστόρια. Συνήθως έχω κάρτες αλλά αυτοί οι Γιαπωνέζοι σήμερα...» Έβγαλα και του έδωσα τη δική μου. Την έβαλε στο τσεπάκι του σακακιού και κατέβηκε από το βαγόνι πετώντας σαν έφηβος.

Την άλλη μέρα κοίταξα το όνομα Sforza, στον τηλεφωνικό κατάλογο και στον οδηγό του Presbyterian Hospital. Δεν το βρήκα.


***
Δρομολόγια. Ένα ταξείδι που επαναλαμβάνεται είναι ταξείδι;

αεροπορική ρουτίνα
Εμείς είμαστε οι συχνοί ταξειδιώτες (frequent flyers μας λένε οι αεροπορικές εταιρίες, μας βγάζουν και κάρτα). Είμαστε οι τακτικοί του δρομολογίου. Γνωριζόμαστε, αλλά δε μιλάμε. Συναντιόμαστε με τα μάτια, «α, να κι αυτός εδώ». Αλλά δε μιλάμε. Έχουμε τη ρουτίνα μας. Ο ένας πληκτρολογεί με μανία, ο δεύτερος είναι συνέχεια στο τηλέφωνο, ο τρίτος διαβάζει και σημειώνει, κι ο καλύτερος απλώνεται σε τρία καθίσματα και κουκουλώνεται σαν τον άστεγο.

Είναι και οι άλλοι. Αυτοί ταξιδεύουν για κάποιο εξαιρετικό γεγονός. Για χαρές. Γεννητούρια συχνά. Ψώνια για το καινούργιο σπίτι.
΄Η για λαχτάρες.
Ή για προσκύνημα.
Οι άλλοι δεν γνωρίζονται μεταξύ τους. Όμως με το που φτάνουν αρχίζουν να μιλάν. Οι άλλοι έχουν τις ιστορίες τους: «δες με, με τα ρούχα που φορούσα έτρεξα, χωρίς εισιτήριο χωρίς τίποτα, το αυτοκίνητο το έχω αφήσει μες στο δρόμο». Η διπλανή πάει το παιδί στο γιατρό για εξετάσεις. Οι λαχτάρες. Μυρίζονται και συζητάνε σαν παλιές γνώριμες. «Να σου πω εγώ, να ακούσεις...».
Όταν ξεκινάει το αεροπλάνο σταυροκοπιόνται.

Εμείς οι τακτικοί δε σταυροκοπιόμαστε. Μπαίνουμε στο αεροπλάνο όπως μπαίνουμε στο λεωφορείο. Ταξιδεύουμε μηχανικά. Διαπράττουμε την ύβρη του Ίκαρου ανυποψίαστα. «Τι θα πάρετε;» «Έναν καφέ» «Ζάχαρη, γάλα θέλετε;» Μισή ώρα, τρία τέταρτα, βιαστικοί και αφηρημένοι με αυτά που κάνουμε πάντα πριν και αυτά που έχουμε πάντα για μετά. Δεν έχουμε γεγονότα, δεν έχουμε ιστορίες.

Κλείνω τα μάτια και προσπαθώ να φανταστώ πώς το αεροπλάνο δεν υπάρχει, το κάθισμά μου δεν υπάρχει ότι είμαι μόνο εγώ, σαν τον Ίκαρο –πετώντας με ταχύτητα εδάφους τριακόσια χιλιόμετρα την ώρα σε ύψος είκοσι χιλιάδες πόδια. Αν το πετύχω το ταξείδι θα ξαναγίνει μαγικό.

***
Κυκλικές Διαδρομές. Πρέπει να φεύγεις, μικρά και μεγάλα ταξείδια. Μικροί και μεγάλοι κύκλοι καταλήγουν όμως πάντα εδώ.

μια δανεισμένη παραβολή
Ρώτησα, «μα πώς; εσύ; εσύ δεν έκανες αυτό που ήθελες; εσύ, που ταξείδεψες στην άλλη άκρη του κόσμου;»
Μου απάντησε, «Για χρόνια μ’ είχαν κλεισμένο σ’ έναν αυλόγυρο, και ταξείδευα γύρω γύρω. Ξαφνικά μ’ αρπάζουν και με πετάν στον κόσμο. ‘Τώρα πια μπορείς να πάς όπου θες’ μου λένε ‘Να κάνεις ό,τι θες’. Φοβήθηκα. Το είχα μπουχτίσει βέβαια το γύρω-γύρω, το μαντρότοιχο, το χαλίκι και τα μαραζωμένα λουλούδια στους ντενεκέδες. Μα είναι το μόνο που ξέρω. Δεν ξέρω τίποτα άλλο. Δεν ξέρω να κάνω τίποτα άλλο. Δεν ξέρω τι μπορώ να κάνω.
Έτσι ταξείδεψα τον κόσμο. Φοβισμένος. Περνάω τον ωκεανό. Περπατάω τις πολιτείες. Σκαρφαλώνω τα βουνά. Φοβισμένος. Κι όπου βρεθώ, στρώνω πάλι την αυλή με χαλίκι, σηκώνω μάντρα, φυτεύω και κανένα λουλουδάκι. Κι αρχίζω πάλι να ταξειδεύω τον αυλόγυρο. Γύρω-γύρω.»